ΑΥΞΗΣΗ-ΧΑΡΤΖΙΛΙΚΙ ΤΟΥ ΚΑΤΩΤΑΤΟΥ ΜΙΣΘΟΥ – «ΔΕΝ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΖΕΙ ΤΙΣ ΑΝΑΓΚΕΣ», ΛΕΝΕ ΚΟΜΜΑΤΑ ΚΑΙ ΦΟΡΕΙΣ

Ανεπαρκής κρίνεται από την πλειοψηφία των κομμάτων και των κοινωνικών και εργατικών φορέων, η αύξηση 50 ευρώ του κατώτατου μισθού που ανακοίνωσε σήμερα ο πρωθυπουργός – Η αντιπολίτευση εξαπολύει πυρά για την οικονομική πολιτική της ΝΔ και την ανεξέλεγκτη ακρίβεια – Τι λένε οι εργοδοτικές ενώσεις.

Σύμφωνα με τα όσα ανακοινώθηκαν, η αύξηση του κατώτατου μισθού που θα αγγίξει πλέον τα 830 ευρώ, θα ισχύει από 1η Απριλίου και θα επηρεάσει τους μισθούς όσων έχουν κατοχυρώσει τριετίες. Παράλληλα θα ενισχύσει συνολικά 18 επιδόματα και βοηθήματα, με κυριότερο το επίδομα ανεργίας.

Ο πρωθυπουργός υποστήριξε πως όταν ανέλαβε, ο κατώτατος μισθός ήταν 650 ευρώ το 2019, κι έχει παρουσιάσει ουσιαστικά μια άνοδο του 27%. Βέβαια δεν έκανε καμία αναφορά στη μείωση της αγοραστικής δύναμης των μισθών από το 2021, στην άνοδο του πληθωρισμού και στις χαοτικές ανατιμήσεις που «ροκανίζουν» τα εισοδήματα τα τελευταία τρία χρόνια. 

Ωστόσο η συγκεκριμένη αύξηση μόνο επικοινωνιακή μπορεί να χαρακτηριστεί, ειδικά για την χρονική συγκηρία που ήρθε, μία μερά μετά την ολοκλήρωση της ψηφοφορίας για την πρόταση δυσπιστίας, την ώρα που η ακρίβεια έχει γίνει θηλιά στον λαιμό των εργαζομένων, με τον πληθωρισμό να έχει εξαντλήσει τα εισοδήματά τους και την αγοραστική τους δύναμη να βρίσκεται στον πάτο.

Άλλωστε, με βάση και τα τελευταία στοιχεία, η Ελλάδα με ωριαίο κόστος εργασίας στα 15,7 ευρώ, κατατάσσεται στην 23η στην θέση μεταξύ των χωρών της ΕΕ, πολύ πιο κάτω από τον μέσο ευρωπαϊκό όρο που διαμορφώνεται στα 24 ευρώ.

Πυρά της αντιπολίτευσης

«Μέρες τώρα η Κυβέρνηση είχε διαφημίσει την αύξηση του κατώτατου μισθού, προσπαθώντας να αλλάξει την αρνητική ατζέντα που είχε διαμορφωθεί εναντίον της. Τελικά ο κύβος ερρίφθη στα 830 ευρώ μικτά, λίγο πάνω δηλαδή από τα 700 καθαρά για 600.000 εργαζόμενους, όταν το σύνολο των υπαλλήλων στον ιδιωτικό τομέα είναι 2,5εκ περίπου», σχολίασε ο Γιώργος Γαβρήλος, βουλευτής και τομεάρχης Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης του ΣΥΡΙΖΑ-ΠΣ.

Ο ΣΥΡΙΖΑ- ΠΣ ζητά αύξηση του κατώτατου μισθού, τουλάχιστον στα 900 ευρώ. Επαναφορά των συλλογικών διαπραγματεύσεων και γενναία αύξηση του μέσου μισθού, ώστε να αντιμετωπισθεί η συνεχιζόμενη φτωχοποίηση των εργαζόμενων και της κοινωνίας.

Ερωτηθείς σχετικά ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. Νίκος Ανδρουλάκης σημείωσε πως ο κατώτατος μισθός έπρεπε να είχε αυξηθεί καιρό τώρα. «Όμως, η ονομαστική αύξηση δεν αντιμετωπίζει την ακρίβεια και τις ανισότητες γιατί πολύ απλά ο πληθωρισμός καλπάζει. Όταν λοιπόν αυξάνεται ο κατώτατος μισθός τα τελευταία χρόνια 20% αλλά ο πληθωρισμός στα τρόφιμα κατά 32%, καταλαβαίνετε ότι πρέπει να καταπολεμήσουμε την ακρίβεια, τα καρτέλ και όσους δεν επιτρέπουν μέσα από την κερδοσκοπία και την απληστία τους να αποκλιμακωθούν οι τιμές. Η Νέα Δημοκρατία και σε αυτό το κορυφαίο ζήτημα κάνει επικοινωνιακά προεκλογικά παιχνίδια» επισήμανε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ-ΚΙΝ.ΑΛΛ. 

Σε ανακοίνωσή του το γραφείο Τύπου του ΚΚΕ σημειώνει ότι «η κυβέρνηση της ΝΔ, ειδική στις πάσης φύσεως “συγκαλύψεις”, προσπαθεί -με αφορμή τις σημερινές ανακοινώσεις- να συγκαλύψει την πραγματική ληστεία που συντελείται σε βάρος του εργατικού λαϊκού εισοδήματος, αξιοποιώντας το γνωστό άθλιο νόμο ΝΔ-ΠΑΣΟΚ-ΣΥΡΙΖΑ (Βρούτση – Αχτσιόγλου) περί κυβερνητικού καθορισμού του κατώτατου μισθού.

Ο κατώτατος μισθός, που πριν 15 χρόνια με υπογραφή Εθνικής Γενικής Συλλογικής Σύμβασης έφτανε στα 751 ευρώ, ήταν η βάση έναρξης της εργασιακής ζωής και αφορούσε νέους, άγαμους, νεοπροσλαμβανόμενους και ανειδίκευτους εργαζόμενους. Με αυτό το ποσό αμειβόταν ένα μικρό κομμάτι του συνόλου των εργαζομένων της χώρας. Σήμερα με τους συνεχόμενους απαράδεκτους νόμους που έχουν τορπιλίσει τις συλλογικές συμβάσεις, με το νομοθετικό δικαίωμα που κρατάει στα χέρια της η κυβέρνηση για να ορίζει ό,τι θέλει (βλ. ΣΕΒ) ως κατώτατο μισθό, με το δικαίωμα που έχει αποκτήσει να βάζει εμπόδια σε κλαδικές και επιχειρησιακές συμβάσεις, έχουν κατρακυλήσει στο κατώτερο επίπεδο αμοιβής την πλειοψηφία των εργαζομένων, που πλέον αμείβονται με τον κατώτατο μισθό που υπήρχε πριν 15 χρόνια. Δηλαδή συμπαρασύρεται συνολικά προς τα κάτω ο μέσος μισθός, γεγονός που αποτελεί διακαή πόθο των εργοδοτικών ενώσεων. Ενδεικτικά, με βάση τα στοιχεία του ίδιου του Υπουργείου Εργασίας και του συστήματος ΕΡΓΑΝΗ, το 53,7% των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα αμείβεται κάτω από 1000 ευρώ μεικτά! Το 12,7% από αυτούς μάλιστα αμείβονται με 500 ευρώ και κάτω!», αναφέρει το ΚΚΕ. 

«Η αύξηση του κατώτατου μισθού που ανακοίνωσε η κυβέρνηση απέχει πολύ από τις σημερινές και πραγματικές ανάγκες των εργαζομένων.  Tα 830 ευρώ δεν μπορούν να αντισταθμίσουν ούτε το κόστος ζωής που έχει εκτιναχθεί από τον πληθωρισμό της απληστίας και την αισχροκέρδεια των ολιγοπωλίων, ούτε τις σωρευμένες απώλειες της αγοραστικής δύναμης των τελευταίων ετών», επισημαίνει η Νέα Αριστερά

«Τα παραπάνω δεν αποτελούν αντιπολιτευτικό ισχυρισμό, τεκμηριώνονται από μια σειρά αδιαμφισβήτητων στοιχείων. Η Ελλάδα βρίσκεται δεύτερη από το τέλος μεταξύ των 27 της ΕΕ,  στο κατά κεφαλήν ΑΕΠ με όρους αγοραστικής δύναμης, πάνω μόνο από τη Βουλγαρία,  σύμφωνα με τα προσωρινά στοιχεία της Eurostat για το 2023. Επίσης, σύμφωνα με το Ινστιτούτο της Συνομοσπονδίας Ευρωπαϊκών Συνδικάτων, τη διετία 2022-23 οι πραγματικοί μισθοί στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 9,4%, ποσοστό υπερδιπλάσιο του ευρωπαϊκού μέσου όρου, και τα κέρδη των επιχειρήσεων αυξήθηκαν κατά 9,3% σε σύγκριση με το 2021, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό σε Ευρωζώνη και ΕΕ είναι 2,1%», τονίζουν.

Τι λένε οι εργοδοτικές ενώσεις

Εμπορικός Σύλλογος Αθηνών: Καλοδεχούμενη η αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά να συνδυαστεί με μείωση του μη μισθολογικού κόστους

Καλοδεχούμενη η αύξηση του κατώτατου μισθού, αλλά να συνδυαστεί με μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Αυτό ανέφερε ο πρόεδρος του Εμπορικού Συλλόγου Αθηνών, Σταύρος Καφούνης με αφορμή την απόφαση της κυβέρνησης για την αύξηση του κατώτατου μισθού.

Συγκεκριμένα, ο κ. Καφούνης δήλωσε: «Καλοδεχούμενη κάθε αύξηση η οποία βελτιώνει το οικογενειακό εισόδημα, ιδιαίτερα των πιο αδύναμων οικονομικά συμπολιτών μας. ‘Αλλωστε, μόνον έτσι θα πραγματοποιηθεί η αναγκαία αύξηση της υποτονικής κίνησης, που έχει καταγραφεί στην αγορά το τελευταίο διάστημα. Όμως, επειδή δεν γίνεται κοινωνική πολιτική στις πλάτες της επιχειρηματικότητας, αναμένουμε η απόφαση αυτή που υπερβαίνει τις προτάσεις μας, να συνδυαστεί τουλάχιστον με τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα πλήξουμε άμεσα την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και δυστυχώς θα αναγκαστούμε, όπως συνέβη και στο παρελθόν, να  πάρουμε πίσω την αύξηση με πολλαπλάσιο κόστος ή στην καλύτερη περίπτωση να καθυστερήσουμε να προχωρήσουμε όπως επιθυμούμε και το επόμενο έτος, σε μία περαιτέρω σημαντική βελτίωση των μισθών».

ΒΕΑ: Ανάσα για τους εργαζόμενους, επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις

«Η νέα αύξηση κατώτατου μισθού στα 830 ευρώ, θα έπρεπε να έχει σχεδιαστεί με καταλληλότερο τρόπο για την εθνική οικονομία, με ταυτόχρονη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ώστε να ωφεληθούν τόσο οι εργαζόμενοι όσο και οι επαγγελματίες».

Αυτό αναφέρει σε ανακοίνωσή του το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας ενώ προσθέτει ότι είναι, σαφέστατα, προς τη θετική κατεύθυνση η ενίσχυση του μηνιαίου εισοδήματος και της αγοραστικής δύναμης των περίπου 600.000 χαμηλά αμειβόμενων πολιτών της χώρας, από την 1η Απριλίου, καθώς σωρευτικά, ο κατώτατος μισθός, από το 2019, μετά την άρση των περιοριστικών μέτρων, αυξήθηκε κατά 25% από 663 ευρώ στα 830 ευρώ μικτά. Παράλληλα όμως, αυξάνεται η μηνιαία επιβάρυνση των επιχειρήσεων, για κάθε εργαζόμενο που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό, κατά 62,90 ευρώ, από 953,8 ευρώ στα 1.016,7 ευρώ. Μια μικρομεσαία επιχείρηση, με 5 άτομα αμειβόμενα με τον κατώτατο μισθό, θα κληθεί να καταβάλει επιπλέον 4.403 ευρώ, σε ετήσια βάση.

Το Βιοτεχνικό Επιμελητήριο Αθήνας, ζητάει την άμεση μείωση των ασφαλιστικών εισφορών, εντός του 2024, κι όχι το 2025 όπως προβλέπει ο κυβερνητικός σχεδιασμός.

Όπως σημειώνεται στην ανακοίνωση: «Ο πληθωρισμός πλήττει εργαζόμενους και επιχειρήσεις, συνεπώς θα πρέπει να υπάρξει ένας εκ νέου προγραμματισμός απομείωσης των ασφαλιστικών εισφορών, ώστε η αύξηση κατώτατου μισθού να πετύχει τον στόχο της, που είναι η ανάπτυξη της αγοραστικής δυνατότητας των εργαζομένων, για την οποία όμως, προϋπόθεση είναι να διατηρηθούν στο ακέραιο οι θέσεις εργασίας».

ΓΣΕΕ: Κατώτατος μισθός αναντίστοιχος των αναγκών των εργαζομένων

«Κατώτατο μισθό αναντίστοιχο των αναγκών των εργαζομένων ανακοίνωσε η κυβέρνηση» αναφέρει η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ) και σημειώνει ότι αυτή η αύξηση σε καμία περίπτωση δεν διασφαλίζει συνθήκες, στις οποίες ένας εργαζόμενος που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό δεν θα βρίσκεται κάτω από το κατώφλι της φτώχειας και θα έχει ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο.

Παράλληλα, η Συνομοσπονδία υπενθυμίζει ότι έχει λάβει απόφαση και διοργανώνει, με δράσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη σε όλη τη χώρα, Γενική Απεργία στις 17 Απριλίου 2024.

Συγκεκριμένα, η ΓΣΕΕ επισημαίνει σε ανακοίνωσή της τα εξής:

«Την ώρα που η ακρίβεια έχει γίνει θηλιά στον λαιμό των εργαζομένων, με τον πληθωρισμό να έχει εξαντλήσει τα εισοδήματά τους και την αγοραστική τους δύναμη να βρίσκεται στα τάρταρα, την ώρα που η ΓΣΕΕ έχει τεκμηριωμένα καταθέσει πρόταση για αύξηση στο 60% του διάμεσου μισθού, που είναι το κατώφλι της φτώχειας, συν την αύξηση της παραγωγικότητας και τον εκτιμώμενο πληθωρισμό, την ώρα που η Ελλάδα είναι πρώτη στη συμμετοχή των επιχειρηματικών κερδών στο εθνικό εισόδημα, αλλά προτελευταία στους μισθούς των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, η κυβέρνηση ανακοινώνει κατώτατο μισθό αναντίστοιχο των αναγκών των εργαζομένων. Αυξήσεις που σε καμία περίπτωση δεν διασφαλίζουν συνθήκες, στις οποίες ένας εργαζόμενος που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό δεν θα βρίσκεται κάτω από το κατώφλι της φτώχειας και θα έχει ένα αξιοπρεπές βιοτικό επίπεδο.

Εμείς ζητάμε ενίσχυση από τον κρατικό προϋπολογισμό, ζητάμε αυξήσεις από τους εργοδότες μας για την αντιμετώπιση της ακρίβειας. Ζητάμε πίσω τα εργαλεία συλλογικής διαπραγμάτευσης, μέσω της επαναφοράς του θεσμικού πλαισίου των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας.

Η ΓΣΕΕ έχει λάβει απόφαση και διοργανώνει, με δράσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη σε όλη τη χώρα, Γενική Απεργία για τις 17 Απριλίου.

Κλιμάκια της Συνομοσπονδίας έχουν, μέχρι στιγμής, επισκεφτεί περίπου 30 πόλεις της Ελλάδας, επικοινωνώντας τα αιτήματα και τις διεκδικήσεις, με στόχο τη μαζική και ενωτική συμμετοχή στην απεργία του Απριλίου.

Οι εργαζόμενοι και αυτό το μήνυμα είναι σαφές: Δεν μπορούν να πορευθούν με μισθούς στα τάρταρα και με την ακρίβεια στα ύψη».

Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών: Ναι στην αύξηση του κατώτατου αλλά χωρίς ελάφρυνση βαρών των ΜμΕ ο λογαριασμός δεν βγαίνει

«Ναι στην αύξηση του κατώτατου αλλά χωρίς ελάφρυνση βαρών των ΜμΕ ο λογαριασμός δεν βγαίνει» σημειώνει σε δήλωσή του ο πρόεδρος του Επαγγελματικού Επιμελητηρίου Αθηνών Γιάννης Χατζηθεοδοσίου.

Συγκεκριμένα όπως δήλωσε ο κ. Χατζηθεοδοσίου: «Το Επαγγελματικό Επιμελητήριο Αθηνών τάσσεται πάντα υπέρ της αύξησης του εισοδήματος των εργαζομένων. Ειδικά σε αυτή την περίοδο που η ακρίβεια πιέζει ασφυκτικά τα νοικοκυριά. Οπότε είμαστε σαφώς θετικοί στη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού στα 830 ευρώ. Εξάλλου έτσι θα στηριχθεί και η αγορά. Σε αυτό όμως που είμαστε αντίθετοι είναι στο γεγονός ότι αυτή η νέα αύξηση έρχεται χωρίς να ληφθούν υπόψη οι ανάγκες των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και η δυνατότητα τους να ανταποκριθούν σε επιπλέον βάρη.

Είχαμε κάνει ξεκάθαρο προς την κυβέρνηση πως η οποιαδήποτε αύξηση του κατώτατου θα έπρεπε να συνοδευτεί από τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους το οποίο παραμένει σε υψηλά επίπεδα. Κάτι τέτοιο δεν έγινε και οι επιχειρήσεις, ειδικά οι μικρομεσαίες, επιβαρύνονται κι άλλο σε μία χρονική στιγμή που η βιωσιμότητα τους απειλείται από διάφορους ανασταλτικούς παράγοντες όπως η ακρίβεια, το υψηλό λειτουργικό κόστος, η έλλειψη χρηματοδοτικών εργαλείων, η επιπλέον φορολόγηση, ο βραχνάς των ανεξόφλητων οφειλών.

Αν θέλουμε πραγματικά ως χώρα να δούμε επιτέλους ένα καλύτερο μέλλον, πρέπει η Πολιτεία να δει και τις ανάγκες της πολύ μικρής, της μικρής και μεσαίας επιχειρηματικότητας. Δεν υπάρχουν μόνο οι μεγάλες επιχειρήσεις στην Ελλάδα. Είναι και οι μικρομεσαίες που μπορούν να παράξουν πλούτο, να αυξήσουν τις θέσεις απασχόλησης, να στηρίξουν τα δημόσια έσοδα. Και δικαιούνται μίας καλύτερης μεταχείρισης».