ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΣΤΗΝ ΦΟΝ ΝΤΕΡ ΛΑΙΕΝ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Eπιστολή προς την πρόεδρο της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, υπογραμμίζοντας τη συνεχιζόμενη επιδείνωση του κράτους δικαίου και της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης στην Ελλάδα, απέστειλαν 17 διεθνείς και ελληνικές οργανώσεις.

Στην επιστολή τονίζεται ότι ορισμένες από τις πιο σοβαρές και επίμονες παραβιάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το κράτος δικαίου περιλαμβάνουν ένα μεγάλο σκάνδαλο παρακολούθησης που βρίσκεται σε εξέλιξη, κυβερνητικές παρεμβάσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καταχρηστικές αγωγές κατά δημοσιογράφων και ακτιβιστών και ένα συνολικά ανασφαλές περιβάλλον εργασίας για τους δημοσιογράφους, συμπεριλαμβανομένων δύο ανεξιχνίαστων δολοφονιών δημοσιογράφων. 

Επιπλέον, υπό την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης έχει χρησιμοποιηθεί για την απειλή ομάδων της κοινωνίας των πολιτών και ακτιβιστών ενώ η απαίτηση καταχώρισης για τις μη κυβερνητικές ομάδες που εργάζονται για τη μετανάστευση και το άσυλο έχει επιβάλει αδικαιολόγητο βάρος σε αυτές.

Όπως υπογραμμίζεται στην επιστολή, παρά την επιδείνωση του κλίματος για τον ανεξάρτητο Τύπο και την κοινωνία των πολιτών στην Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό σιωπηλή ή αδρανής στην προσπάθειά της να θέσει την ελληνική κυβέρνηση προ των ευθυνών της. 

Μεταξύ των θεμάτων που περιγράφονται στην επιστολή, επισημαίνεται το σκάνδαλο με το spyware και τα επακόλουθά του, τα SLAPPs κατά δημοσιογράφων, τονίζοντας ότι η ελληνική κυβέρνηση αντί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα τους τελευταίους μήνες «προχώρησε σε ενέργειες για να μειώσει εσκεμμένα τα επίπεδα διαφάνειας και ελέγχου».

Αναλυτικά η επιστολή:

«Εμείς, οι υπογράφουσες 17 οργανώσεις που παρακολουθούμε και υπερασπιζόμαστε ενεργά το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα στην Ευρώπη, σας γράφουμε για να εκφράσουμε την έντονη ανησυχία μας για τη συνεχιζόμενη επιδείνωση του κράτους δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων στην Ελλάδα.

Ορισμένες από τις πιο σοβαρές και επίμονες παραβιάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) για το κράτος δικαίου περιλαμβάνουν ένα μεγάλο σκάνδαλο παρακολούθησης που βρίσκεται σε εξέλιξη, κυβερνητικές παρεμβάσεις στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, καταχρηστικές αγωγές κατά δημοσιογράφων και ακτιβιστών και ένα συνολικά ανασφαλές περιβάλλον εργασίας για τους δημοσιογράφους, συμπεριλαμβανομένων δύο ανεξιχνίαστων δολοφονιών δημοσιογράφων. Επιπλέον, υπό την κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, το σύστημα ποινικής δικαιοσύνης έχει χρησιμοποιηθεί για την απειλή ομάδων της κοινωνίας των πολιτών και ακτιβιστών. Η απαίτηση καταχώρισης για τις μη κυβερνητικές ομάδες που εργάζονται για τη μετανάστευση και το άσυλο έχει επιβάλει αδικαιολόγητο βάρος σε αυτές.

Πολυάριθμες ομάδες έχουν καταγράψει αυτές τις εξελίξεις[1], μεταξύ άλλων στις πρόσφατες εισηγήσεις των ενδιαφερομένων μερών για την έκθεση για το Κράτος Δικαίου 2024[2] Η έκθεση της 30ής Ιανουαρίου από διάφορες οργανώσεις για την ελευθερία του Τύπου, δείχνει σαφώς την ανάγκη για περισσότερη δράση της ΕΕ υπέρ της ελευθερίας του Τύπου στην Ελλάδα. Για δεύτερη συνεχή χρονιά, η χώρα κατέλαβε την τελευταία θέση στην ΕΕ στον Παγκόσμιο Δείκτη Ελευθερίας του Τύπου των Δημοσιογράφων Χωρίς Σύνορα. Η Ειδική Εισηγήτρια των Ηνωμένων Εθνών για τους υπερασπιστές των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, Μαίρη Λόουλορ, τόνισε παρόμοιες ανησυχίες στην έκθεσή της του Μαρτίου 2023, συμπεριλαμβανομένων των περιορισμών της ελευθερίας των μέσων ενημέρωσης από τις ελληνικές αρχές, της έλλειψης πλουραλισμού των μέσων ενημέρωσης στη χώρα και της παρακολούθησης των δημοσιογράφων με τη χρήση εμπορικού κατασκοπευτικού λογισμικού και υποκλοπών. Η έκθεση της Λόουλορ σημείωνε επίσης ότι οι υπερασπιστές των δικαιωμάτων των μεταναστών “έχουν υποστεί εκστρατείες συκοφάντησης, ένα μεταβαλλόμενο νομοθετικό περιβάλλον, απειλές και επιθέσεις και κατάχρηση του ποινικού δικαίου εναντίον τους, σε σοκαριστικό βαθμό”[3].

Παρά την επιδείνωση του κλίματος για τον ανεξάρτητο Τύπο και την κοινωνία των πολιτών στην Ελλάδα, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή παρέμεινε σε μεγάλο βαθμό σιωπηλή ή αδρανής στην προσπάθειά της να θέσει την ελληνική κυβέρνηση προ των ευθυνών της. Η Επιτροπή, μεταξύ άλλων στην έκθεσή της για το Κράτος Δικαίου 2023, εξέφρασε ανησυχίες για την κατάσταση των δημοσιογράφων και της κοινωνίας των πολιτών, αλλά λυπούμαστε που ούτε η έκθεση ούτε οι σχετικές δηλώσεις της Επιτροπής για την Ελλάδα αντικατοπτρίζουν τη σοβαρότητα της κατάστασης[4].

Κατασκοπευτικό λογισμικό και παρακολούθηση

Μεταξύ των θεμάτων που περιγράφονται στην παρούσα επιστολή, επισημαίνουμε το σκάνδαλο με το spyware και τα επακόλουθά του. Τα γεγονότα αυτά καταδεικνύουν αρκετά από τα προβλήματα που εξακολουθούν να υφίστανται και επηρεάζουν το κράτος δικαίου στον πυρήνα του: η κρατική παρακολούθηση των δημοσιογράφων εγείρει άμεσες ανησυχίες για την προστασία της ιδιωτικής ζωής και την ελευθερία της έκφρασης και επηρεάζει την ικανότητα του Τύπου να θέτει τις αρχές προ των ευθυνών τους. Παρεμβαίνει στην ελευθερία των μέσων ενημέρωσης και παραβιάζει το απόρρητο των δημοσιογραφικών πηγών, το οποίο προστατεύεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της ΕΕ. Η εν λόγω παρακολούθηση έχει ανατριχιαστικό αποτέλεσμα για τη δημοσιογραφία και τον ρόλο της σε μια δημοκρατική κοινωνία.

Στις 22 Μαΐου 2023, η Εξεταστική Επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τη διερεύνηση της χρήσης του Pegasus και του αντίστοιχου κατασκοπευτικού λογισμικού παρακολούθησης (PEGA) διατύπωσε σειρά συστάσεων προς την Ελλάδα. Οι συστάσεις αυτές περιλαμβάνουν την ανάγκη ενίσχυσης “των θεσμικών και νομικών εγγυήσεων, (..), καθώς και των ανεξάρτητων μηχανισμών ελέγχου”- να “αποσαφηνιστεί επειγόντως η κατάσταση γύρω από την κακή χρήση του κατασκοπευτικού λογισμικού στην Ελλάδα”- και να αποκατασταθεί “η πλήρης ανεξαρτησία της δικαιοσύνης και όλων των σχετικών εποπτικών οργάνων”[5].

Αντί να ασχοληθούν με αυτές τις συστάσεις, οι ελληνικές αρχές έχουν λάβει διάφορα μέτρα τους τελευταίους μήνες για να μειώσουν σκόπιμα τα επίπεδα διαφάνειας και ελέγχου, περιορίζοντας έτσι τα περιθώρια προσφυγής στα θύματα της παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένων των δημοσιογράφων, των ακτιβιστών, των πολιτικών και των ενδιαφερόμενων μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Τα βήματα αυτά περιελάμβαναν: τον διορισμό χωρίς την προβλεπόμενη κοινοβουλευτική πλειοψηφία τεσσάρων νέων μελών της Ελληνικής Αρχής για την Ασφάλεια των Επικοινωνιών και την Προστασία του Απορρήτου (ΑΔΑΕ)- της εποπτικής αρχής που διερευνά τις υποκλοπές από την ελληνική υπηρεσία πληροφοριών (ΕΥΠ)- την κλήτευση δύο μελών της ΑΔΑΕ ως υπόπτων από τη δικαιοσύνη- και, τον εκφοβισμό του επικεφαλής της ΑΔΑΕ, Χρήστου Ράμμου, από πολιτικούς και βουλευτές.

Δημοσιογράφοι, το έργο των οποίων συνέβαλε καθοριστικά στην αποκάλυψη του σκανδάλου του spyware στην Ελλάδα, αντιμετωπίζουν εν τω μεταξύ πολλαπλές αγωγές από τον πρώην κυβερνητικό αξιωματούχο Γρηγόρη Δημητριάδη. Πριν από την παραίτησή του στις 5 Αυγούστου 2022 – εν μέσω της αποκάλυψης του σκανδάλου spyware – ο Δημητριάδης επέβλεπε τη λειτουργία της ΕΥΠ ως γενικός γραμματέας του γραφείου του πρωθυπουργού. Οι αγωγές αυτές έχουν χαρακτηριστεί ευρέως από οργανώσεις για την ελευθερία των μέσων ενημέρωσης ως SLAPPs: προσπάθειες εκφοβισμού που αποσκοπούν στη φίμωση της δημοσιογραφίας δημοσίου ενδιαφέροντος.

Το κεφάλαιο για την Ελλάδα της Έκθεσης για το Κράτος Δικαίου 2023 παρουσιάζει άκριτα τις διορθωτικές κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης σε αυτές τις ανησυχίες, χωρίς να αμφισβητεί την αποτελεσματικότητά τους. Αυτές οι διορθωτικές κινήσεις περιλαμβάνουν την Ειδική Ομάδα για την Προστασία των Δημοσιογράφων, η οποία συστάθηκε ως απάντηση στις συστάσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, αλλά θεωρείται από την κοινότητα της ελευθερίας του Τύπου ως ένα προπέτασμα καπνού που αποσκοπεί στον κατευνασμό της διεθνούς κριτικής και στον αποπροσανατολισμό της προσοχής από την αποτυχία της κυβέρνησης να παράσχει πραγματική διαφάνεια, λογοδοσία και δικαιοσύνη σε θέματα κράτους δικαίου που αφορούν την ελευθερία του Τύπου[6].

Παρόλο που η εθνική ασφάλεια παραμένει αρμοδιότητα των κρατών μελών, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή δεν μπορεί να συνεχίσει να κλείνει τα μάτια όταν η παρακολούθηση μπορεί να έχει οδηγήσει σε καταχρήσεις του δικαίου της ΕΕ. Η επιτροπή PEGA κατέληξε στο συμπέρασμα ότι στην Ελλάδα έχουν σημειωθεί παραβάσεις και κακοδιοίκηση κατά την εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης. Η Επιτροπή θα πρέπει να εξετάσει αυτές τις παραβάσεις μαζί με τις προαναφερθείσες επιθέσεις κατά των θεμελιωδών δικαιωμάτων και του κράτους δικαίου στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της αποτυχίας να διερευνηθούν οι επιθέσεις κατά των δημοσιογράφων και να τους παρασχεθεί ασφαλές περιβάλλον εργασίας, της καταστολής της κοινωνίας των πολιτών και των υπερασπιστών των δικαιωμάτων των μεταναστών- και της αποτυχίας να ληφθούν αποτελεσματικά μέτρα κατά των SLAPPs κατά των μέσων ενημέρωσης και της κοινωνίας των πολιτών. Οι κατάφωρες και προφανείς παραβιάσεις των αξιών της Συνθήκης της ΕΕ πρέπει να διερευνηθούν ανεξάρτητα και σε βάθος. Καλούμε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να:

  • να διερευνηθούν πλήρως οι καταγγελίες και να ζητηθεί σαφής, αποτελεσματική, ανοιχτή και δημόσια δράση από τις ελληνικές Αρχές
  • να καταγραφεί λεπτομερώς και σαφώς η επιδείνωση της κατάστασης του κράτους Δικαίου στην Ελλάδα, στην επόμενη έκθεση της Κομισιόν για το 2024 για το Κράτος Δικαίου
  • να συνταχτούν συγκεκριμένες συστάσεις προς την Ελλάδα με συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα και μετρήσιμα αποτελέσματα
  • να αξιολογηθεί ανεξάρτητα και με ακρίβεια το σε ποιες περιπτώσεις μπορεί να ενεργοποιηθεί αναστολή κονδυλίων της ΕΕ προς την Ελλάδα με βάση αυτές τις παραβιάσεις και υποχρεώσεις

Την επιστολή συνυπογράφουν:

Article 19 Europe
Committee to Protect Journalists (CPJ)
European Centre for Press and Media Freedom (ECPMF)
European Federation of Journalists (EFJ)
Free Press Unlimited (FPU)
Greek Council for Refugees (GCR)
Hellenic League for Human Rights
HIAS Greece, Human, Rights Watch (HRW)
Inside Story
International Press Institute (IPI)
OBC Transeuropa
Reporters Without Borders (RSF)
Refugee Support Aegean (RSA)
Solomon
Transparency International EU (TI)
Vouliwatch»