ΜΑΤΙ: Η ΒΡΩΜΙΚΗ ΠΡΟΠΑΓΑΝΔΑ ΤΗΣ ΚΥΒΕΡΝΗΣΗΣ ΓΥΡΙΣΕ ΕΝΑΝΤΙΟΝ ΤΗΣ

Η απόφαση για το Μάτι και οι ελαφρές ποινές οι οποίες επιβλήθηκαν προκάλεσαν αισθήματα θυμού και αγανάκτησης στους συγγενείς των θυμάτων και στους πληγέντες της πολύνεκρης τραγωδίας του 2018. Αυτά τα αισθήματα επιχειρεί να εκμεταλλευτεί η κυβέρνηση Μητσοτάκη προκειμένου να ισορροπήσει την τεράστια φθορά που υφίσταται από την υπόθεση των Τεμπών. Μια υπόθεση στην οποία νέες συγκλονιστικές αποκαλύψεις αναμένονται το επόμενο διάστημα, η κοινωνική οργή έχει φουντώσει για τις θρασύτατες ενέργειες συγκάλυψης -όπως το μπάζωμα και η συρραφή των ηχητικών-, ενώ αγανάκτηση επικρατεί για το νομικό πλαίσιο που θωρακίζει την ατιμωρησία των πολιτικών προσώπων.

ΟΡΓΙΟ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΚΗΣ ΛΑΣΠΗΣ-ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΑΝΤΗΣΕΙΣ

Ετσι ο Μάκης Βορίδης, ο ανεκδιήγητος υπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Φλωρίδης και διάφοροι άλλοι πήραν τα κανάλια με τη σειρά και άρχισαν να σπεκουλάρουν πάνω στον πόνο και στη συντριβή των πληγέντων του 2018 ισχυριζόμενοι πως ο ΣΥΡΙΖΑ άλλαξε φωτογραφικά τον Ποινικό Κώδικα μετά την τραγωδία για να πέσουν οι ένοχοι στα μαλακά. «Εδώ τι έχουμε λοιπόν; Το 2019, αφού όλο αυτό το φοβερό έγκλημα είχε γίνει το 2018, ο ΣΥΡΙΖΑ, που ήταν τότε στην κυβέρνηση, άλλαξε την τελευταία μέρα τον Ποινικό Κώδικα. Ενώ είχε γίνει αυτό. Και οι διατάξεις γενικώς του Ποινικού Κώδικα του ΣΥΡΙΖΑ κατέστησαν ευμενέστερες για τους κατηγορούμενους. Άρα λοιπόν η δίκη αυτή έγινε με βάση τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα του ΣΥΡΙΖΑ» είπε ο Γ. Φλωρίδης μιλώντας στην κρατική τηλεόραση. Παράλληλα, υπέδειξαν έμμεσα στους εισαγγελείς να ασκήσουν έφεση στην απόφαση, με πρώτο και καλύτερο τον Κυριάκο Μητσοτάκη στη Βουλή, που, αφού είπε και αυτός ότι «τα αδικήματα της υπόθεσης κρίθηκαν με ένα ευμενέστερο πλαίσιο που ίσχυε επί ΣΥΡΙΖΑ», υπέδειξε έμμεσα στη Δικαιοσύνη τι να κάνει λέγοντας ότι οι κρίσεις για το Μάτι δεν είναι τελεσίδικες και μπορούν σε δεύτερο βαθμό να είναι αυστηρότερες.

Σε ό,τι αφορά τον ΣΥΡΙΖΑ, τους Ποινικούς του Κώδικες και τα σενάρια συνωμοσίας που σπέρνουν από δω κι από κει οι πανικόβλητοι κυβερνητικοί παράγοντες οι απαντήσεις είναι απλές. Πρώτον, ο ΣΥΡΙΖΑ στον Ποινικό Κώδικα που έφερε δεν άλλαξε τα άρθρα με βάση τα οποία απαγγέλθηκαν οι κατηγορίες για το Μάτι. Τα άρθρα αυτά, όπως σημείωσε στη Βουλή και ο Σωκράτης Φάμελλος, παραμένουν αμετάβλητα από το 1950 και συνεπώς αυτοί που μιλάνε για «ευμενέστερο πλαίσιο», σκόπιμο και φωτογραφικό μάλιστα, ψεύδονται και συκοφαντούν χυδαία. Και δεύτερον, οι χαμηλές ποινές που επιβλήθηκαν σχετίζονται με το γεγονός ότι οι διώξεις που ασκήθηκαν ήταν για πλημμελήματα, ζήτημα που είναι αποκλειστικά υπόθεση του δικαστηρίου και σε καμία περίπτωση δεν αφορά τον Ποινικό Κώδικα. Όσο για τις προτροπές και τις υποδείξεις στη Δικαιοσύνη για άσκηση έφεσης αλλά και τις συστάσεις για αυστηρότερες ποινές σε δεύτερο βαθμό, αυτές, προερχόμενες από κορυφαίους υπουργούς και τελικά από τον ίδιο τον πρωθυπουργό, είναι ανοιχτή παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης.

ΠΥΡΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΩΣΗ ΔΙΚΑΣΤΩΝ ΚΑΙ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΝ ΚΑΙ Δ.Σ.Α.

Αυτό ακριβώς επισημαίνει σε οργισμένη ανακοίνωσή της η Ένωση Δικαστών και Εισαγγελέων, η οποία σε γενικές γραμμές κάθε άλλο παρά εχθρική προς την κυβέρνηση θα μπορούσε να θεωρηθεί. Με αφορμή την απόφαση για το Μάτι, η Ένωση εκφράζει την ανησυχία της για τις δηλώσεις πολιτικών προσώπων οι οποίες πυροδοτούν έναν άκρατο λαϊκισμό και συνιστούν παρέμβαση στο έργο της Δικαιοσύνης. Καταγγέλλει μάλιστα προσωπικά τον υφυπουργό Δικαιοσύνης Γιάννη Μπούγα για το γεγονός ότι προανήγγειλε την άσκηση έφεσης από τον εισαγγελέα κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου. Η άσκηση των ένδικων μέσων από τον εισαγγελέα, επισημαίνει αιχμηρά η Ένωση, επαφίεται αποκλειστικά στην ανεξάρτητη δικαιοδοτική του κρίση και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού. Όχι στις επιθυμίες και στις διαθέσεις της εκτελεστικής εξουσίας.

Στο ίδιο κλίμα, ο πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών Δημήτρης Βερβεσός επισήμανε με ανακοίνωσή του ότι οι δηλώσεις δημοσίων προσώπων και κυβερνητικών στελεχών για εκκρεμείς υποθέσεις, όπως η συγκεκριμένη, συνιστούν παρέμβαση στη λειτουργία της Δικαιοσύνης και παραβιάζουν την αρχή της δίκαιης δίκης και του δικαιοκρατικού κεκτημένου. Η δικαιοσύνη απονέμεται αποκλειστικά και μόνο στα δικαστήρια με βάση τους δικονομικούς και ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, καταλήγει ο πρόεδρος του ΔΣΑ.

ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ: ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΣΧΕΣΗ Ο ΠΟΙΝΙΚΟΣ ΚΩΔΙΚΑΣ

Για το θέμα τοποθετήθηκε και ο Ευάγγελος Βενιζέλος μιλώντας στην κρατική τηλεόραση. Σε ερώτημα για τη δίκη και τις ποινές που επιβλήθηκαν, ο Ευ. Βενιζέλος απάντησε ότι οφείλουμε να σεβόμαστε το κοινό περί δικαίου αίσθημα, ωστόσο το δικαστήριο είναι αυτό που αποφασίζει με βάση τον ισχύοντα νόμο. Αν δικάζαμε με βάση το κοινό περί δικαίου αίσθημα, είπε, θα φτάναμε σε αποτελέσματα μη παραδεκτά για το συνταγματικό κράτος.

Ο Ευ. Βενιζέλος υπογράμμισε ότι όποιος κώδικας και να ίσχυε δεν θα είχε επίπτωση στις ποινές, καθώς η δίωξη που έχει ασκηθεί είναι για πράξεις πλημμεληματικού χαρακτήρα, που τιμωρούνται με φυλάκιση μέχρι 5 χρόνια. Κατά διαστήματα, είπε, ο ανακριτής είχε ζητήσει να ασκηθούν διώξεις κακουργηματικού χαρακτήρα, αλλά οι προτάσεις αυτές δεν έγιναν δεκτές από το Δικαστικό Συμβούλιο, που παρέπεμψε τους κατηγορούμενους για πλημμελήματα. Οι ποινές είναι ελάχιστες, είπε, βεβαίως δεν ικανοποιούνται οι συγγενείς και οι πληγέντες, αλλά πρέπει να έχουμε μια αυτοσυγκράτηση υπέρ της σημασίας που έχουν ο ποινικός φιλελευθερισμός και το Κράτος Δικαίου.

Κυβερνητικά στελέχη αλλά και στελέχη της αντιπολίτευσης, είπε ο Ευ. Βενιζέλος, αποφαίνονται με δικανικό τρόπο και προσπαθούν με δηλώσεις να προκαταλάβουν τη Δικαιοσύνη. Η κριτική στη Δικαιοσύνη, από τη στιγμή που έχει λάβει μια απόφαση, διατυπωμένη με ευπρέπεια και επιστημονικό τρόπο ή ακόμα και κοινωνικά και δημοσιογραφικά, είναι όχι απλώς ευπρόσδεκτη αλλά και αναγκαίο στοιχείο της Δημοκρατίας και του Κράτους Δικαίου. Όχι όμως από άλλα αρμόδια κρατικά όργανα που πρέπει να κινούνται στο πλαίσιο της διάκρισης των εξουσιών, κατέληξε ο Ευ. Βενιζέλος.

Ας σημειωθεί ότι ακριβώς στο ίδιο πλαίσιο ήταν και οι δηλώσεις του ποινικολόγου Βασίλη Καπερνάρου, που εκπροσώπησε πληγέντες ως συνήγορος πολιτικής αγωγής στη δίκη για το Μάτι. «Δεν φταίνε ούτε ο Ποινικός Κώδικας ούτε τίποτα. Φταίνε αυτοί που είχαν εντολή να μην δικαστούν οι υπαίτιοι ως κακούργημα αλλά ως πλημμέλημα, και η κύρια υπεύθυνη είναι η Εισαγγελία» σημείωσε ο Β. Καπερνάρος.

Πηγή: Άγγελος Τσέκερης/avgi.gr